Οι σεισμοί διακρίνονται σε διάφορα είδη, ανάλογα με την προέλευσή τους, το βάθος τους, αλλά και τους μηχανισμούς που τους προκαλούν. Η γνώση των διαφορετικών τύπων σεισμών βοηθά τόσο στην κατανόηση του φαινομένου, όσο και στα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης. Παρακάτω ακολουθεί μια εκτενής ανάλυση.
Οι τεκτονικοί σεισμοί είναι οι πιο κοινοί και συνήθως οι πιο καταστροφικοί. Προκαλούνται από την κίνηση των τεκτονικών πλακών που αποτελούν τον φλοιό της Γης. Όταν η συσσωρευμένη ενέργεια στα όρια των πλακών υπερβεί ένα όριο ελαστικότητας, απελευθερώνεται απότομα προκαλώντας δονήσεις. Αυτοί οι σεισμοί εμφανίζονται σε βάθη από λίγα χιλιόμετρα μέχρι και εκατοντάδες χιλιόμετρα (π.χ. σε ζώνες καταβύθισης).
Στην Ελλάδα, η πλειονότητα των σεισμών είναι τεκτονικής προέλευσης, λόγω των συγκλίσεων των πλακών της Αφρικής και της Ευρασίας. Οι μεγάλες υποθαλάσσιες ρηγματώσεις στο Αιγαίο και το Ιόνιο προκαλούν ισχυρές σεισμικές δονήσεις, όπως επίσης και οι μετακινήσεις στη Δυτική Ελλάδα.
Οι ηφαιστειακοί σεισμοί συνδέονται με την κίνηση μάγματος ή αερίων στο εσωτερικό ενός ηφαιστείου. Καθώς το μάγμα ανεβαίνει και δημιουργούνται πιέσεις, προκαλούνται δονήσεις που μπορεί να καταγραφούν ως σεισμοί. Τα ηφαιστειακά κέντρα, όπως η Σαντορίνη και η Νίσυρος, συχνά παρουσιάζουν μικρούς σεισμούς ή σεισμικά σμήνη όταν υπάρχει έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα.
Οι ηφαιστειακοί σεισμοί συνήθως δεν είναι τόσο ισχυροί όσο οι τεκτονικοί, ωστόσο μπορούν να αποτελέσουν προάγγελο πιθανής ηφαιστειακής έκρηξης. Για τον λόγο αυτό, η παρακολούθησή τους είναι σημαντική για την πολιτική προστασία.
Οι κατακρημνιστικοί σεισμοί συμβαίνουν όταν καταρρέουν φυσικά σπήλαια, υπόγειες στοές ή κοιλότητες. Ο όγκος του πετρώματος που καταρρέει απελευθερώνει ενέργεια, προκαλώντας μικρής κλίμακας σεισμούς. Τέτοιου είδους φαινόμενα μπορούν να συμβούν σε περιοχές με εκτεταμένα καρστικά συστήματα, όπως ασβεστολιθικές περιοχές όπου σχηματίζονται σπήλαια.
Επίσης, η εξόρυξη ορυκτών ή η εξάντληση υδρογονανθράκων μπορούν να επιδεινώσουν αυτές τις συνθήκες. Γενικά, οι κατακρημνιστικοί σεισμοί δεν έχουν μεγάλο μέγεθος, αλλά είναι ενδεικτικοί τοπικών γεωλογικών αστάθειων.
Ορισμένες φορές, η ανθρώπινη δραστηριότητα μπορεί να προκαλέσει ή να επιταχύνει σεισμικά γεγονότα. Παραδείγματα τέτοιων δραστηριοτήτων περιλαμβάνουν:
Οι επαγωγικοί σεισμοί τείνουν να είναι μέτριου μεγέθους, ωστόσο σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν προκαλέσει σημαντικές ζημιές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων σεισμών έχει παρατηρηθεί σε περιοχές των ΗΠΑ, όπου η εντατική χρήση fracking συσχετίστηκε με την εμφάνιση σεισμικών σμηνών.
Προκαλούνται από εκρήξεις (π.χ. στρατιωτικές δοκιμές, εξόρυξη μεταλλευμάτων με χρήση εκρηκτικών, κ.λπ.). Δεν θεωρούνται "φυσικοί" σεισμοί, ωστόσο οι δονήσεις που καταγράφονται σε σεισμογράφους μπορεί να μοιάζουν με σεισμικά γεγονότα. Ειδικά οι πυρηνικές δοκιμές δημιουργούν σαφή σεισμικά σήματα που εντοπίζονται από διεθνή δίκτυα παρακολούθησης.
Τέτοιοι σεισμοί επιτρέπουν στους επιστήμονες να μελετούν τη γεωδυναμική της περιοχής, αλλά και στους διεθνείς οργανισμούς να επιβλέπουν τυχόν απαγορευμένες πυρηνικές δοκιμές.
Συμπέρασμα: Η κατανόηση των διαφορετικών ειδών σεισμών μάς βοηθά να εντοπίζουμε τα αίτια και τους πιθανούς κινδύνους. Στην Ελλάδα κυριαρχούν οι τεκτονικοί σεισμοί, αλλά δεν λείπουν και οι ηφαιστειακοί (π.χ. Σαντορίνη) ή οι κατακρημνιστικοί σε καρστικές περιοχές. Η ανθρώπινη δραστηριότητα (φράγματα, γεωτρήσεις) μπορεί επίσης να συμβάλει σε σεισμικότητα. Ανάλογα με τον τύπο του σεισμού, οι μέθοδοι παρακολούθησης και πρόληψης διαφέρουν, καθιστώντας απαραίτητη την επιστημονική έρευνα και την ενημέρωση του κοινού.
Οι πληροφορίες για τα είδη των σεισμών προέρχονται από γεωφυσικές, γεωλογικές και επιστημονικές μελέτες.
Για περαιτέρω μελέτη, προτείνονται οι ιστοσελίδες του Ινστιτούτου Γεωδυναμικής, της USGS, καθώς και διεθνή ερευνητικά κέντρα ηφαιστειολογίας. Επιπλέον, η επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με την επαγωγική σεισμικότητα και την ηφαιστειακή σεισμικότητα παρέχει πιο εξειδικευμένα δεδομένα.